Το ξεχασμένο πυργόσπιτο των Μαγυάρων στον Μπαλατά
- Christos Adamou
- Κατηγορία: Ημερολόγια Πόλης
- Εμφανίσεις: 215
Της Μαρίας Δήμου

Μέρα λαμπερή, μέρα ηλιόλουστη αλλά και μέρα παγετού, μέρα του Γενάρη, στην καρδιά του χειμώνα η σημερινή. Μετά από το χθεσινό χιονόνερο ο ουρανός καθάρισε, τα σύννεφα στάθηκαν στον ορίζοντα κι ο ήλιος άστραφτε. Πώς λοιπόν να μην πάρω ξανά τους δρόμους;
Κι αυτή τη φορά η ανηφοριά πάνω από τον Μπαλίνο μου έκοψε την ανάσα. Απότομη, συνεχόμενη, κουραστική. Από την ακτή του Κερατίου μέχρι την κορυφή του 6ου λόφου τα σκαλιά διαδέχονταν την ανηφόρα, κι η ανηφόρα τα σκαλιά. Δεν ήταν η πρώτη φορά που έκανα τη διαδρομή. Κάθε τόσο στεκόμουν για μια βαθιά αναπνοή αλλά κυρίως για να αφήσω τη ματιά να πλανηθεί μέχρι εκεί που έφτανε η κορυφογραμμή των αντικρινών λόφων της Πόλης. Η διαύγεια της ατμόσφαιρας άφηνε την κάθε λεπτομέρεια ορατή στο μάτι. Από τον Πύργο του Γαλατά μέχρι τα παλιά οθωμανικά ναυπηγία στην αντικρινή ακτή κι από τη Μεγάλη Σχολή σχεδόν δίπλα μου μέχρι την αρμενική εκκλησία και το χαμάμ στα πόδια μου. Και φυσικά με τους ουρανοξύστες στην ασιατική πλευρά να συναγωνίζονται αυτούς στο Πέρα.
Ένα πετρόχτιστο αρχοντικό
Ο προορισμός μου ήταν λίγο πιο πάνω. Σαν ένα ραντεβού, μια συμφωνημένη συνάντηση. Αυτή τη φορά δε θα περνούσα ούτε από τις παλιές ρωμαίικες εκκλησίες ούτε από τους βυζαντινούς πύργους. Θυμόμουν ένα πετρόχτιστο αρχοντικό, ένα πυργόσπιτο. Θυμόμουν πως κάπου είχα διαβάσει πως ήταν κι αυτό κάποιας οικογένειας αρχόντων των Παραδουνάβιων περιοχών.
Και ναι, δεν άργησε να φανεί μπροστά μου. Εγκαταλειμμένο, ξεχασμένο κι αφημένο στη μοίρα του κι αυτό σαν πολλά άλλα. Ένα μικρό αρχοντικό στολίδι ανάμεσα στις κακόγουστες πολυκατοικίες της περιοχής. Ποιος θα το λέγε σ’ αυτούς τους παλιούς κατοίκους, που στόλισαν το Φανάρι και τον Μπαλατά με τους πύργους και τα κονάκια τους πως, όταν αυτοί δεν θα υπήρχαν πια, ένα ένα τα οικήματά τους θα κατέρρεαν και στη θέση τους θα υψώνονταν τετράγωνα κουτιά, με ολόιδιες απρόσωπες προσόψεις, δίχως χάρη, δίχως ομορφιά.
Κι όμως η Πόλη είναι τόσο γενναιόδωρη! Από τα παράθυρά τους όλοι αυτοί μπορούν κι αγναντεύουν από το Hasköy και το Kasımpaşa μέχρι τη Χαλκηδόνα και το Γαλατά. Αλίμονο όμως, τι γνωρίζουν, τι ξέρουν, τι;
Μήπως καταλαβαίνουν τι κρύβεται πίσω από αυτό το Macarlaryokuşu που γράφει η κόκκινη οδονυμική πινακίδα στον τοίχο των γωνιακών σπιτιών τους;

Από την Άλωση στο τέμενος Aşkı Efendi
Έφτασα στο πυργόσπιτο στην αυλή του Molla Aşkı. Νομίζω πως έχει λαβωθεί ακόμα περισσότερο από την προηγούμενη φορά που το είδα. Κοντοστέκομαι και το χαζεύω. Μικρό κάστρο στον καιρό του δέσποζε στην πλαγιά πάνω από τον Κεράτιο. Οι οικοδεσπότες του έδωσαν το όνομα και στο δρόμο. Macarlar, οι Μαγυάροι εκπρόσωποι της Τρανσυλβανίας στην Οθωμανική Κωνσταντινούπολη το έκαναν έδρα της διπλωματικής αποστολής τους.
Η ιστορία όμως είναι ακόμα πιο παλιά! Την 53η ημέρα της πολιορκίας της Πόλης από τους Οθωμανούς, στις 29 Μαΐου μπήκαν στην Πόλη.
Ένας από τους επικεφαλής του πρώτου κύματος των επιτιθέμενων ήταν ο στρατηγός Aşkı Mehmat Efendi, ο οποίος δεν ήταν γνωστός στην οθωμανική αυλή μόνο ως στρατιωτικός αλλά και ως διακεκριμένος ποιητής και θεολόγος. Όταν ο Aşkı έφτασε στον έκτο λόφο, που υψώνεται σε ευθεία γραμμή μόλις διακόσια μέτρα από την κατεστραμμένη πύλη των τειχών, τότε, αδιαφορώντας για τη σκληρή μάχη σώμα με σώμα, γονάτισε, ευχαρίστησε τον Αλλάχ για τη νίκη και προσέφερε την υπόσχεση να ανεγείρει από την περιουσία του ένα τέμενος σε αυτόν τον «ιερό τόπο».
Ο Aşkı, ως καλός μουσουλμάνος, τήρησε την υπόσχεσή του. Μετά την προσφορά του, μεταξύ 1456 και 1458, οικοδομήθηκε με τα πενιχρά του χρήματα το τέμενος. Στη βόρεια πλευρά του προστέθηκε η κατοικία του ιμάμη κι ένα sıbyan mektebi, δηλαδή σχολείο αγοριών, στο οποίο ανήκε και ένα χαμάμ.
Το διώροφο κτίριο σε σχήμα L χτίστηκε σε οθωμανικό ρυθμό, δηλαδή με τη συνεχή επανάληψη τεσσάρων σειρών τούβλων και μίας σειράς πέτρας. Όταν ο Aşkı Efendi , που συνήθιζε να θαυμάζει από εδώ την ομορφιά της Κωνσταντινούπολης, επέστρεψε στον Δημιουργό του, οι ομόθρησκοί του τον έθαψαν στον κήπο του τεμένους που ο ίδιος είχε ανεγείρει. Τότε η κυριότητα του οικοδομικού συγκροτήματος πέρασε στη σουλτανική αυλή.
Φυσικά, στο μεταξύ οι Τούρκοι δεν εγκατέλειψαν τις κατακτήσεις τους. Όταν ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής κατέλαβε την πόλη της Βούδας το 1541, λίγες ημέρες αργότερα ο σουλτάνος ανέθεσε, στο όνομα του γιου του, στη βασίλισσα της Ουγγαρίας Ισαβέλλα Γιαγκελλόνων, που ασκούσε καθήκοντα κυβερνήτη, τη διοίκηση των ανατολικών εδαφών της διαμελισμένης χώρας.
Η πρώτη πρεσβεία της Τρανσυλβανίας
Τότε η Πύλη πρότεινε επίσης στη χήρα να θεσμοθετηθούν οι διπλωματικές επαφές. Χάρη σε αυτή τη «χειρονομία», το 1560 τοσχολείο έγινε η πρώτη και ταυτόχρονα η τελευταία μόνιμη πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη του Πριγκιπάτου της Τρανσυλβανίας, το οποίο, αν και υπέφερε από την τουρκική εξάρτηση, διατηρούσε ωστόσο αυτόνομη εξωτερική και εσωτερική πολιτική.
Οι διπλωμάτες που έμειναν εδώ προσωρινά ή για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μεταξύ 1543 και 1688 βίωναν την κατάστασή τους ως ένα είδος εξορίας. Είχαν την ευθύνη να ασκούν πιέσεις σε θέματα της Τρανσυλβανίας ή να αναλαμβάνουν και να στέλνουν στην πατρίδα τους τις αποφάσεις της εξωτερικής πολιτικής της Πύλης. Σ’ αυτές τις ταραγμένες εποχές οι Τρανσυλβανοί έφεραν φόρους στην Κωνσταντινούπολη, σε αντάλλαγμα για τη διατήρηση της εσωτερικής αυτοδιοίκησης του πριγκιπάτου και την άνθιση της χρυσής εποχής της Τρανσυλβανίας.
Έπρεπε να φροντίζουν φυσικά και για την καλή κατάσταση της κατοικίας τους, επειδή ελάχιστα χρήματα λάμβαναν από την πατρίδα για να τη συντηρούν. Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια της δεύτερης θητείας του Ταμάς Μπόρσος, το 1618, αφού η Πόλη καταστράφηκε από μια ακόμα πυρκαγιά, που στοίχισε τη ζωή σε περισσότερους από χίλιους ανθρώπους, «ήταν πρόθυμος να αποκαταστήσει το σπίτι και, επειδή δεν λάμβανε χρήματα από την πατρίδα του, πούλησε το καφτάνι του έναντι ενός τιμήματος, το οποίο όμως δεν κάλυπτε ούτε το ένα τρίτο του κόστους».

Ένα πυργόσπιτο που σβήνει
Όταν η Τρανσυλβανία τέθηκε υπό την κυριαρχία των Αψβούργων, το σπίτι καταλήφθηκε από αντιθεστωτικούς Ούγγρους kurucok. Ο αρχηγός τους, Ίμρε Τόκολι, άνοιξε ακόμη και μια ταβέρνα στο θολωτό υπόγειο του κτιρίου, ώστε να μπορεί να πουλάει καλά ουγγρικά και ελληνικά κρασιά στους ντόπιους Χριστιανούς και Εβραίους.
Η πρεσβεία έκλεισε από τη Βιέννη το 1691. Μετά τον θάνατο του Ίμρε Τόκολι, το κτίριο επιστράφηκε στο τουρκικό θησαυροφυλάκιο, όπου τοποθετήθηκαν τα βιβλία και τα έγγραφα του εξόριστου πρίγκιπα, τα οποία επιστράφηκαν στην Ουγγαρία το 1708. Το κτιριακό συγκρότημα πουλήθηκε από το τουρκικό κράτος το 1735 στον δικαστή Abdüllatif Razif, του οποίου η κόρη, Φατμά Χατούμ, έχτισε τον μιναρέ του τζαμιού εκείνη την εποχή και εκσυγχρόνισε το πρώην κτίριο της πρεσβείας της Τρανσυλβανίας σύμφωνα με τις ανάγκες της εποχής.
Και μάλλον αυτές ήταν οι τελευταίες μέρες δόξας του πυργόσπιτου, που τώρα ρημάζει στην πλαγιά των Μαγυάρων, στο Macarlar yokuşu.
Έριξα μια τελευταία ματιά γύρω μου, από την ακτή του Κερατίου απέναντι μέχρι τον πύργο της Μεγάλης Σχολής. Η μέρα παρέμενε λαμπερή και ο δρόμος για τον επόμενο προορισμό μου ανοιγόταν μπροστά μου. Τι κρίμα που τα σοκάκια αυτά δεν κράτησαν σχεδόν τίποτε από την αλλοτινή ομορφιά τους. Μόνο ψάχνοντας κι αναζητώντας κανείς ξεχωρίζει σημάδια εποχών που χάθηκαν.


































