Ως «παράλογο» χαρακτήρισε το παρατεταμένο αδιέξοδο γύρω από τη συμμετοχή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35 ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Άγκυρα, Τομ Μπάρακ καλώντας σε ταχεία διπλωματική λύση που όπως τόνισε θα ενισχύσει τη συνοχή του ΝΑΤΟ.
Σε δηλώσεις του στο Fox News Digital, μετά τη συμμετοχή του στο Antalya Diplomacy Forum, ο Αμερικανός πρέσβης υπογράμμισε ότι το ζήτημα αναδεικνύει την ανάγκη για «διπλωματική τομή», επαναλαμβάνοντας ότι η Τουρκία παραμένει «ζωτικής σημασίας σύμμαχος», που φιλοξενεί κρίσιμες αμερικανικές υποδομές, συμβάλλει σε αποστολές του ΝΑΤΟ και αντιμετωπίζει κοινές απειλές.
Ο Τομ Μπάρακ , ο οποίος εκτελεί και καθήκοντα ειδικού απεσταλμένου των ΗΠΑ για τη Συρία, σημείωσε ότι οι αμερικανικές κυρώσεις και ο αποκλεισμός της Άγκυρας από το πρόγραμμα των F-35 –ως αποτέλεσμα της αγοράς του ρωσικού συστήματος S-400– έχουν επιβαρύνει αδικαιολόγητα τις διμερείς σχέσεις, προσφέροντας παράλληλα πλεονέκτημα στη Ρωσία.
«Το ζήτημα των S-400 μπορεί και πρέπει να επιλυθεί μέσα σε λίγους μήνες, μέσω στοχευμένης διπλωματίας», δήλωσε, επισημαίνοντας τις προσπάθειες υπό τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Marco Rubio, αλλά και το πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ του πρώην προέδρου Donald Trump και του Τούρκου προέδρου Recep Tayyip Erdogan.
Απαντώντας σε ανησυχίες στο Κογκρέσο, μεταξύ άλλων και από τον γερουσιαστή Rick Scott, ο Αμερικανός πρέσβης διαβεβαίωσε ότι οποιαδήποτε συμφωνία θα είναι πλήρως συμβατή με το άρθρο 1245 του Νόμου Εθνικής Άμυνας (NDAA) του 2020.
«Αυτό σημαίνει επαληθεύσιμη παύση κατοχής και επιχειρησιακής λειτουργίας των ρωσικών S-400», τόνισε, προσθέτοντας ότι θα υπάρξουν επίσημες πιστοποιήσεις από τα υπουργεία Άμυνας και Εξωτερικών των ΗΠΑ, ώστε να διασφαλιστεί ότι δεν τίθεται σε κίνδυνο η τεχνολογία των F-35.
«Δεν θα υπάρξουν εκπτώσεις στα πρότυπα ασφαλείας των ΗΠΑ», υπογράμμισε.
Ο Barrack εκτίμησε ότι μια συμφωνία είναι πλέον εφικτή, σημειώνοντας πως «πραγματικές εξελίξεις είναι προ των πυλών», που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην επαναφορά της Τουρκίας στο οικοσύστημα των F-35, στην ενίσχυση της διαλειτουργικότητας του ΝΑΤΟ και στον περιορισμό της ρωσικής επιρροής.
Κλείνοντας, χαρακτήρισε την προσέγγιση ως σύμφωνη με τη φιλοσοφία εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ: «Εφαρμόζουμε τον νόμο, προστατεύουμε την τεχνολογία μας και αναδομούμε συμμαχίες που ενισχύουν την αμερικανική ισχύ».




