Σενάρια περί μεταβίβασης των ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων S-400 σε τρίτη χώρα επαναφέρουν στο προσκήνιο τουρκικά δημοσιεύματα, την ώρα που η Άγκυρα επιδιώκει την οριστική άρση των αμερικανικών κυρώσεων CAATSA και την επανεκκίνηση της αμυντικής συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σύμφωνα με τον αρθρογράφο της τουρκικής εφημερίδας Hürriyet, Αμπντουλκαντίρ Σελβί, οι S-400 έχουν ήδη συμφωνηθεί να πωληθούν σε τρίτη χώρα, με την επίσημη ανακοίνωση να αναμένεται εντός της ημέρας. Όπως υποστηρίζει, οι τελικές διαπραγματεύσεις ολοκληρώθηκαν τις τελευταίες ώρες και απομένει μόνο η επισημοποίηση της συμφωνίας.
Το δημοσίευμα αναφέρει ότι πιθανότεροι αγοραστές είναι είτε τα **Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα** είτε το **Κατάρ**, χωρίς ωστόσο να υπάρχει επίσημη επιβεβαίωση από τις εμπλεκόμενες πλευρές.
Η συζήτηση για το μέλλον των S-400 αναζωπυρώθηκε μετά τις δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ περί άρσης των κυρώσεων CAATSA, οι οποίες είχαν επιβληθεί στην Τουρκία εξαιτίας της αγοράς του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος.
Σύμφωνα με τον Τούρκο δημοσιογράφο Γιουνούς Πακσόι, για να προχωρήσει η άρση των κυρώσεων ο πρόεδρος των ΗΠΑ θα πρέπει να ενημερώσει το Κογκρέσο ότι:
οι S-400 δεν είναι επιχειρησιακά ενεργοί, δεν θα αποκτηθούν επιπλέον συστήματα S-400,
η Τουρκία δεν θα προχωρήσει σε νέες αντίστοιχες αμυντικές συνεργασίες με τη Ρωσία.
Το δημοσίευμα υποστηρίζει ακόμη ότι τόσο τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα όσο και το Κατάρ επιταχύνουν την αναζήτηση νέων αντιαεροπορικών συστημάτων μετά τις πρόσφατες περιφερειακές συγκρούσεις, γεγονός που, σύμφωνα με τον αρθρογράφο, εξηγεί το ενδιαφέρον τους για τους S-400.
Ο Σελβί εκτιμά ότι, εφόσον ολοκληρωθεί η πώληση, η Τουρκία θα επιτύχει διπλό όφελος: αφενός θα διευκολύνει την άρση των κυρώσεων CAATSA και αφετέρου θα αποκομίσει οικονομικό όφελος από την πώληση των συστημάτων.
Παράλληλα, συνδέει τις εξελίξεις με τη βελτίωση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων, υποστηρίζοντας ότι η Άγκυρα προσδοκά όχι μόνο την άρση των κυρώσεων, αλλά και την προμήθεια κινητήρων για το μαχητικό KAAN, καθώς και την επανέναρξη της διαδικασίας ένταξης στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35.




