Η προοπτική μιας νέας στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Τουρκίας αναδεικνύεται ως πιθανό σενάριο, σύμφωνα με ανάλυση του αρθρογράφου της Τ24 Χασάν Μπιουλέντ Καχραμάν, ο οποίος εκτιμά ότι η Ουάσιγκτον εντείνει το ενδιαφέρον της για την Άγκυρα εν μέσω των συνεχιζόμενων συγκρούσεων στην ευρύτερη περιοχή.
Ο Τούρκος αναλυτής εντοπίζει τρεις βασικούς παράγοντες που διαμορφώνουν τη στρατηγική των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή: την Τουρκία, τον ευρύτερο μουσουλμανικό κόσμο και τη Ρωσία. Όπως σημειώνει, η Τουρκία έχει αναδειχθεί σε έναν από τους πλέον ισχυρούς περιφερειακούς παίκτες, ιδιαίτερα μετά την αποδυνάμωση κρατών όπως η Συρία, το Ιράκ και το Ιράν, γεγονός που της επιτρέπει να επηρεάζει άμεσα τις εξελίξεις.
Στην ανάλυση επισημαίνεται ότι η περιοχή παραμένει ιστορικά και πολιτισμικά συνδεδεμένη με το Ισλάμ, κάτι που, σύμφωνα με τον αρθρογράφο, εγείρει ερωτήματα για τη βιωσιμότητα μιας περιφερειακής τάξης που θα κυριαρχείται από το Ισραήλ, δεδομένων των εντάσεων με τις μουσουλμανικές κοινωνίες.
Παράλληλα, παρά την αποδυνάμωσή της λόγω του πολέμου στην Ουκρανία και τη μερική υποχώρησή της από τη Μέση Ανατολή, η Ρωσία εξακολουθεί να διατηρεί σημαντική γεωπολιτική επιρροή, ιδιαίτερα στο τρίγωνο Ιράν–Αζερμπαϊτζάν–Τουρκία.
Σύμφωνα με τον Καχραμάν, από τους τρεις αυτούς παράγοντες, οι ΗΠΑ διατηρούν την πιο άμεση και λειτουργική σχέση με την Τουρκία, γεγονός που ενδέχεται να ανοίγει τον δρόμο για βαθύτερο συντονισμό μεταξύ Ουάσιγκτον και Άγκυρας.
Ο ίδιος εκτιμά ότι, υπό τις σημερινές συνθήκες στη Μέση Ανατολή, δεν αποκλείεται μια νέα συμφωνία στρατηγικού χαρακτήρα μεταξύ των δύο πλευρών, με τις συζητήσεις για δημιουργία νέων νατοϊκών δομών στην Τουρκία να αποτελούν, ενδεχομένως, ένα πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.
Όπως αναφέρει, η Τουρκία τα τελευταία χρόνια ακολουθεί προσεκτική πολιτική στις περιφερειακές συγκρούσεις και φαίνεται να αποκομίζει οφέλη από αυτή τη στάση. Στο πλαίσιο αυτό, οι ΗΠΑ ενδέχεται να επιδιώξουν μεγαλύτερη τουρκική εμπλοκή σε κρίσιμες περιοχές όπως το Ταμπρίζ στο Ιράν, αλλά και στο Ιράκ και τη Συρία, με στόχο –όπως υποστηρίζεται– την ενσωμάτωσή τους σε δυτικές πολιτικές και οικονομικές δομές.
Παράλληλα, ο αρθρογράφος εκτιμά ότι η Ουάσιγκτον ενδέχεται να προσβλέπει στην Τουρκία ως έναν στρατηγικό «ενδιάμεσο» ή «buffer» στις σχέσεις που αφορούν τη Ρωσία και το Αζερμπαϊτζάν.
Σημειώνει ωστόσο ότι ένα τέτοιο εγχείρημα απαιτεί σημαντικούς οικονομικούς πόρους, αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να στηρίξουν οικονομικά την Τουρκία και να διευκολύνουν την πρόσβασή της σε ενεργειακούς πόρους, ιδίως στο Ιράκ.
Ως βασικός περιοριστικός παράγοντας προβάλλεται η Ρωσία. Παρ’ όλα αυτά, ο Καχραμάν υποστηρίζει ότι η Τουρκία έχει αποδείξει πως μπορεί να διατηρεί ισορροπίες με τη Μόσχα μέσω διπλωματίας και πολυδιάστατων συμμαχιών, όπως φάνηκε και κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Ουκρανία.
Καταλήγοντας, ο αναλυτής εκτιμά ότι καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν διέξοδο από τις συνεχιζόμενες συγκρούσεις, είναι πιθανό να διαμορφώσουν ένα νέο στρατηγικό πλαίσιο που θα βασίζεται σε στενότερη συνεργασία με την Τουρκία.




